Οι παραλλαγές που επισημαίνονταιμε τα μέχρι τώρα στοιχεία της έρευνας είναι οι παρακάτω

  • Τα ζουπούνας. Επίσημη φορεσιά των παραλίων και των ηπειρωτικώ αστικών κέντρων.
  • Τα τσόχας. Επίσημη φορεσία της Σάντας.
  • Της Ματσούκας. Στα χωριά της Ματσούκας οι γιναίκες φορούσαν ενδύματα διαφορετικού σχήματος, που έδιναν διαφορετική συνολική εικόνα.

Στους διάσπαρτους μέσα σε όλη την περιοχή της Μικράς Ασίας οικισμούς Ελληνοποντίων μεταναστών (Ακ Νταγ – Ματέν, Κιουμούς – Ματέν κ.α.) η παραδοσιακή φορεσιά φαίνεται να εγκαταλείπεται ή να επιβιώνει στο βαθμό που υπάρχει άμεση επικοινωνία με τα αστικά κέντρα του Πόντου. Τα ευροπαΐκά ενδύματα φαίνεται να χρησιμοποιούνται κυρίως και να συνδυάζονται ίσως με μεμονωμένα εξαρτήματα παραδοσιακής αμφίεσης.

Από την περιοχή του Καρς – σύμφωνα με τη μέχρι τώρα έρευνα – δεν έχουμε μαρτυρίες ότι χρησιμοποιούσαν «τα Ζουπούνας», ενώ δεν αποκλείεται να διατηρούσαν μεμονωμένα παραδοσιακά ενδύματα και κοσμήματα στο σύνολο των ενδυμάτων που συνήθιζαν επηρεασμένοι από τις τοπικές συνθήκες.΄

Τα ζουπούνας

Έτσι ονομάζεται η γιορτινή και νυφιάτικη φορεσιά των Ελληνίδων των αστικών κέντρων του Πόντου.

Ανήκει στις Ελληνικές ενδυμασίες που έχουν άμεση βυζαντινή προέλευση.

Ο τύπος της είναι παλαιός, πολύ κοντινός στα ενδυματολογικά χαρακτηριστικά της βυζαντινής εποχής. Το ένδυμα που την καθορίζει είναι η ζουπούνα, ο μακρύς μανικψτός επενδύτης και γι`αυτό ενδυματολογικά κατατάσσεται στις «φορεσιές με το καβάδι».

Η διαφοροποίηση της ηλικίας και της κοινωνικής θέσης των γυναικών δηλώνεται με τη χρήση υλικών που τονίζουν τη νεανικότητα ή περιορίζουν την ακτινοβολία του προσώπου και της ενδυμασίας.

Τα υλικά της φορεσιάς είναι αγοραστά. Άλλα φερμένα από μακρινά κέντρα παραγωγής από ανατολή και δύση – και άλλα φτιαγμένα από ειδικούς τεχνίτες της ίδιας της πόλης.

Οι ζουπούνες για τις νέες περιλαμβάνουν τα παρακάτω ενδύματα και κοσμήματα:

  • Σαλβάρ(ιν) και καμίσ(ιν): φαρδιά βράκα και κοντό πουκάμισο.
  • Ζουπούνα: μακρύ μανικωτό επενδύτη – το καράβι.
  • Ζωνάρ(ιν): το ζωνάρι σε σχήμα ορθογώνιο ποθ διπλώνει σε τρίγωνο μπορεί να είναι τριών ειδών: άσπρο μεταξωτό για νυφικό, πολύχρωμο μεταξωτό: το τραπολόζ(ιν), πολύχρωμο μάλλινο: το λαχόρ(ιν).
  • Χρυσόν κατιφέ: βελούδινη ζακέτα μαύρη ή μελιτζανί ή βυσσινί με τερεζήδικη διακόσμηση από σειρήτι χρυσό ή ασημένιο.
  • Τεμπελίκ(ιν), τάπλα, κούρσιν ή κουρσίν: το κόσμημα της κεφαλής που μπορεί να είναι τριών ειδών ανάλογα με την κάλυψη της επ'ιπεδες κυκλικής επιφάνειάς του.

Οι μαγαλύτερες στην ηλικία γυναίκας πρόσθεταν συνήθως και τη φοτά ή πισταμπάλ(ιν), τη ριγωτή μεταξωτή ποδιά που την έδεναν πίσω. Στη Ματσούκα δενόταν στο πλαΐ (πλευρό).

Από τα κοσμήματα συνηθισμένα ήταν η μακριά αλυσίδα με το ρολόι, τα φλουριά και – ιδιαίτερα στην Τραπεζούντα – το περιδέραιο που το ονόμαζαν πογάσκεστί. Άλλα πανωφόρια ήταν το κοντογούνιν, κοντή βελούδινη ζακέτα με γούνα και το μακρογούνιν, παλτό από τσόχα με γούνα.

Η συνολική εικόνα που παρουσιάζουν «τα ζουπούνας» είναι ένας πλούσιος συνδθασμός ποικίλων σχημάτων και χρωμάτων. Ρίγες, καρώ, λαχούρια και άνθη συνταιριάζονται για να περιβάλλουν τις σεμνές και αυστηρές Ελληνίδες με ζεστά και ζωηρά ανατολίτικα χρώματα.

Όσο πολύτιμα όμως κι αν ήταν τα υλικά, τα ενδύματα παρέμεναν απλά στο σχήμα και λιτά στη διακόσμηση.

Τα τσόχας

Έτσι ονομάζεται η γιορτινή φορεσιά της Σάντας. Οι μετανάστες Σανταίοι τη μετέφεραν στην περιοχή της Τσάλκας της Γεωργίας και τη διέσωσαν μέχρι σήμερα. Έχει ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα που πετυχαίνεται από τα εξής στοιχεία:

α) στη γιορτινή περίσταση φορούσαν δυο ή και τρεις ζουπούνες

β) ακολούθως φορούσαν τσόχινο πανωφόρι που το ονόμαζαν «τσόχα» και

γ) πάνω από αυτό έδεναν τσόχινη, μικρή σχετικά, ποδιά.

Στο κεφάλιδενόταν απλά μαντίλι. Η φορεσιά της Ματσούκας δίνει σύνολο πιο στενής και κοντής αμφίεσης. Αυτό οφείλεται στο ότι η ζουπούνα και το βρακίν είναι πιο στενά και κοντά από αυτά που προαναφέραμε.

Πάνω από τη ζουπούνα φορούσαν το σπαρέλ' ή σπαλέρ' στο στέρνο και στη μέση το ζωνάρι που το επίσημο ήταν το μεταξωτό τραπολόζ'. Για πανωφόρι είχαν απλή χακέτα τη σαλταμάρκα. Το κάτω μέρος του σώματος το σκέπαζαν τυλίγοντας το με τη μάλλινη ή βαμβακερή ποδιά την κοκνέτσα. Στο κεφάλι φορούσαν και δύο μαντίλια που δένονταν σφιχτά στο κεφάλι.

Το σπαλέρ(ιν) ή σπαρέλ' στην αστική κοινωνία των Ελλήνων τοθ Πόντου το σθναντάμε σε περιορισμένη χρήση, κυρίως από τις ηλικιωμένες για κάλυψη του ανοίγματος της ζουπούνας. Όμως η ευρύτατη χρήση του στην καθημερινή ζωή της αγρότισσας το κάνει το πιο χαρακτηριστικό ένδυμα της Ελληνίδας του Πόντου, καθώς το σπαλέρ(ιν) – ή το υποκοριστικό του σπαλερόπον – της βοσκοπούλας, της ρομάνας είναι το πιο τραγουδισμένο ένδυμα, φορτισμένο με την έκδηλη ερωτική διάθεση των μερακλήδων γλεντζέδων.